Maurice Merleau Ponty μέρος β’: Η σκέψη του σώματος

Το σπίτι δεν συνιστά τίποτα από όσα βλέπω· βλέπω σημαίνει ότι τοποθετούμαι κάπου, και είναι ουσιώδες ότι μου λείπει ένα μέρος του αντικειμένου. Η προοπτική μου το κρύβει, αλλά σκέφτομαι το σπίτι σημαίνει το συλλαμβάνω ταυτόχρονα από όλες του τις πλευρές, ότι βυθίζομαι μέσα του. Το σώμα μου, που είναι η σκοπιά μου απέναντι στον κόσμο, είναι ένα απο τα αντικείμενα αυτού του κόσμου.

Το μέλος-φάντασμα, αυτό το μέλος που υπάρχει για τον ασθενή, προκύπτει τόσο από τον κόσμο του τρίτου προσώπου, όσο και απο εκείνον της επιστήμης, αλλά προκύπτει επίσης από το πρώτο πρόσωπο, την ατομική ιστορία του ασθενούς. Ο ακρωτηριασμένος εξακολουθεί να νιώθει το πόδι του κομμένο, όπως ο Προύστ διαπιστώνει το θάνατο της γιαγιάς του χωρίς ακόμα να τη χάσει, γιατί συνεχίζει να την κρατά στον ορίζοντα της ζωής του. Το μέλος-φάντασμα είναι ένα παλαιό παρόν που δεν αποφασίζει να γίνει παρελθόν. Αυτή η διαταραχή δεν είναι ψυχική ή σωματική, τοποθετείται στην τυχαία συνάντηση της τάξης των αιτιών και των σκοπών.

Το σώμα δεν είναι ένα αντικείμενο, είναι μαζί μου και όχι μπροστά μου, δεν μας εγκαταλείπει. Μπορεί να αγγιχθεί καθώς αγγίζει, δεν είναι ποτέ πλήρως συγκροτημένο. Είναι αυτό, διαμέσου του οποίου υπάρχουν αντικείμενα.

Συναισθάνομαι το σώμα μου μέσα σε μια χωρικότητα που δεν είναι τόσο θέση όσο κατάσταση. Αισθάνομαι (είμαι) κάθε στιγμή που (όπου) είναι το σώμα μου. Το σώμα μου υπάρχει προς τα έργα που σκοπεύω να κάνω· το σωματικό σχήμα είναι το σώμα μου πού κατοικεί το χώρο και όχι βέβαια πάνω, κάτω ή δίπλα του. Μπορούμε να το δούμε αυτό, αν παρατηρήσουμε τον ασθενή που μόνο ολόκληρη την πράξη μπορεί να πραγματώσει. Για να καρφώσει έχει ανάγκη το σφυρί και την πρόκα. Έχει ανάγκη να τοποθετηθεί μέσα στην οιονεί διαμορφωμένη κατάσταση, στην οποία θέλει να ανταποκριθεί. Εκείνος που χαιρετά στρατιωτικά χάνει την πραγματικότητά του μέσα σ’αυτή τη χειρονομία. Παίζει με το ίδιο του το σώμα. Παριστάνει τον στρατιώτη, όπως ο ηθοποιός κάνει το σώμα του να γλιστρήσει μέσα στο «μεγάλο φάντασμα». Έτσι βλέπουμε ότι τα δύο σώματα, αυτό που είναι για μένα κι εκείνο που είναι για τον άλλον, συνάπτονται σε ένα σώμα μέσα στο φαινόμενο πεδίο. Όσο για τον ασθενή, οργανώνει τη ζωή του σαν ένα νόημα.

Ο Cezanne, πάλι, κατακτά το θέμα του μετά από ώρες διαλογισμού. «Ξεβλασταίνει και κατόπιν πέφτει ίσια στην αγκαλιά μου».

Η συνείδηση βασίζεται σε έναν «νοητό κόσμο» που έχει κατασκευαστεί προηγουμένως. Το αυτοκίνητο που οδηγώ είναι ένας χώρος που κατοικώ, που προεκτείνει το σώμα μου όπως ένα μπαστούνι αυξάνει την ακτίνα δράσης του χεριού μου.

Η αντίληψη του πράγματος και εκείνη του χώρου δεν διακρίνονται: η εμπειρία του δικού μας σώματος μάς διδάσκει το ρίζωμα του χώρου μέσα στην ύπαρξη.

Το σώμα μπορεί να συγκριθεί με το έργο τέχνης ως προς το ότι δεν μπορούμε να οικονομήσουμε την παρουσία του, την επαφή.

Διαμέσου της επιθυμίας ο άλλος υπάρχει για μας. Ο Έρως εμψωχώνει την παρόρμηση. Η ερωτική αντίληψη δεν είναι σκέψη μέσω ενός σώματος, σκοπεύει ένα άλλο σώμα.

Η σεξουαλικότητα είναι ικανότητα προσχώρησης· η ψυχρότητα εξηγείται με την «άρνηση» του οργασμού ως απόσπασης απο τον κόσμο. Ο υστερικός προσποιείται, αλλά πριν απ’όλα προς τον εαυτό του, γιατί το σύμπτωμα επωάζεται πριν απο κάθε συνείδηση.

Το σώμα μεταμορφώνει τις ιδέες σε πράγματα. Η σεξουαλικότητα παραπέμπει πάντα σε κάτι διαφορετικό απο την ίδια, και αυτό που αναζητούμε να κατακτήσουμε δεν είναι ένα σώμα, αλλά ένα σώμα εμψυχωμένο με μια συνείδηση. Έτσι η σεξουαλικότητα είναι επάλληλη με τη ζωή. Το σώμα είναι η αλληλοδιασταύρωση που αντιγράφει την εργασία της επιθυμίας· αυτό το σώμα είναι το απόλυτο που αντιτίθεται στο ψευδο-σώμα, στη δημοσιότητα, αυτό το αμέριστο υποστήριγμα της συνείδησης.

Ακόμα το σώμα είναι αυτό που ονοματίζει. Το να ονομάσω ένα αντικείμενο σημαίνει να αποσπαστώ απο το ατομικό και το μοναδικό που έχει. Ο ασθενής είναι ακριβώς εκείνος που έχασε τη δύναμη να υποτάσσει. Το ξεπέρασμα του εμπειρισμού είναι η συνάντηση με το νόημα της λέξης. Η σκέψη είναι έκφραση· και το πιο οικείο αντικείμενο χωρίς όνομα παραμένει απροσδιόριστο. Δεν υπάρχει σκέψη χωρίς γλώσσα. Η κατονομασία δεν έρχεται μετά από την αναγνώριση. Οι ήχοι δεν είναι τα σημεία της σονάτας, είναι η ίδια η σονάτα. Η χειρονομία σπάζει κι αυτή την σιωπή. Η χειρονομία του άλλου υποτυπώνει ένα εμπρόθετο αντικείμενο. Η θωπεία μού διανοίγει το σεξουαλικό σύμπαν που ήταν ήδη εδώ. Αλλά αφομοιώνω μια γλώσσα σημαίνει τη ζώ. Ο Ιάπωνας χαμογελάει όταν θυμώνει. Η μιλιά τερματίζει μια διυποκειμενική κατάκτηση. Η γλώσσα δεν είναι όργανο, αποκαλύπτει το ενδόμυχο Είναι.

Το σώμα κατοικεί πάντα ένα χώρο, όπου παίρνει θέση. Ο κύβος δεν είναι ποτέ απο μόνος του. Δεν υπάρχει φυσική γεωμετρία αλλά μια ζωντανή συνοχή, ανάλογη με εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στα μέρη του σώματός μου και στο σύμπαν. Έτσι το κόκκινο, το γαλάζιο έχουν μια σημασία την οποία ενσωματώνει ο ασθενής. Αλλά αυτή η σημασία προϋπάρχει κάθε στοχασμού.

Ένας άνθρωπος που πάσχει απο παρεγκεφαλίτιδα δείχνει ότι το κόκκινο επιδρά όπως το επαγωγικό ρεύμα. Μπροστά σε αυτό το κόκκινο το χέρι του ασθενούς υψώνεται πριν απο κάθε σκέψη, πριν απο κάθε νόημα. Το κόκκινο έχει νόημα προτού του αποδώσω εγώ κάποιο, και αυτή η θέαση είναι προ-προσωπική. Βρίσκω το νόημα προτού να το θέσω εγώ ο ίδιος. Η εμπειρία του κόσμου που έχουμε δεν είναι εκείνη ενός δικτύου σχέσεων, οι οποίες θα καθόριζαν κάθε συμβάν, αλλά εκείνη μιας ανοιχτής ολότητας, της οποίας η σύνθεση δεν μπορεί να περατωθεί. Το ζήτημα λοιπόν είναι να ξαναβρούμε το θεμέλιο της υποκειμενικότητας και του αντικειμένου καθώς διαμορφώνεται μέσα σε εκείνο το πρωτογενές στρώμα όπου γεννιούνται οι ιδέες και τα πράγματα.

Ακόμα και ο τυφλός δομεί ένα χώρο· επιτελώ την εμπειρία με την ολότητα του σώματός μου. Το φαινόμενο σώμα είναι αυτό που πραγματώνει τη σύνθεση των αντικειμένων. Το πράγμα σκοπεύεται διαρκώς. Αν συλληφθεί ολοκληρωτικά, θα εξαφανιστεί όπως μια δροσοσταλίδα που αγγίζουμε με το χέρι. Η αντιληπτική μου πράξη επωφελείται απο αυτό το ήδη κατακαθισμένο σύμπαν που είναι ο κόσμος. Αν η συνείδησή μου συγκροτούσε τον κόσμο που αντιλαμβανόταν, δεν θα υπήρχε ανάμεσά τους καμιά απόσταση, καμιά πιθανή απόσταση. Έτσι, το υποκείμενο δεν αποδίδει ποτέ ένα νόημα σε σημεία που θα στερούνταν νοήματος. Παρασυρμένο απο την γονιμότητα της σημασίας, παραμερίζει την προβληματική τού ποιός είναι ο θεμελιωτής και ποιός το θεμέλιο, εισάγοντας την ορατή διασταύρωση πλάι στην αόρατη αντιστρεψιμότητα.

Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με ανεξάντλητα αντικείμενα. Κάθε αντίληψη ανατρέχει σε μια κατάκτηση που προηγείται απο κάθε συνείδηση. Το υποκείμενο της αντίληψης έχει πάντα μια ιστορική πυκνότητα. Η ζωή μας σε σχέση με το χώρο συναντά πάντα το ήδη συγκροτημένο. Μπορώ να αναγνωρίσω ένα ανεστραμμένο πρόσωπο με την προϋπόθεση να έχω ένα σημείο αναφοράς. Ο άνθρωπος που διακρίνω στα διακόσια μέτρα δεν είναι ούτε μικρότερος ούτε μεγαλύτερος απο τον διπλανό μου, κατέχει με λιγότερη πληρότητα το οπτικό μου πεδίο. Αντιλαμβάνομαι σημαίνει περιμένω να οργανωθεί το βάθος μας. Η κίνηση δεν είναι μόνο αντικειμενική. Εμείς κοιτάμε την ακτή και το πλοίο. Μέσα σε ένα τραίνο, το τοπίο ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Ο χώρος είναι πάντα οργανωμένος. Η αριστερά, αυτή η «ανόσια» πλευρά, έχει νόημα μόνο σε σχέση με ένα πολιτισμικό έδαφος, αυτόν τον αυθαίρετο παράγοντα που ωστόσο είναι ο αντικειμενικός μας χώρος.

Αν η φαινομενολογία αρνείται τον γεωμετρικό χώρο, αυτό δεν το κάνει για να στραφεί στον σολιψισμό του ασθενούς. Ακόμα και η μυθική συνείδηση υποτάσσει  κάθε εμπειρία σε ένα σύμπαν. Πως όμως να βρούμε το χώρο, να διαφοροποιήσουμε την ορθή σκέψη απο τη ψευδαίσθηση;

Αντιλαμβάνομαι σωστά όταν το σώμα μου έχει ορισμένη σχέση με το θέαμα του κόσμου. Η προσχώρησή μου στον κόσμο αντισταθμίζει τις διακυμάνσεις του «αποκεντρωμένου cogito».

Έτσι είμαι μια συνείδηση που επενδύει τον κόσμο όπως είναι επενδεδυμένη απο αυτόν. Το βλέμμα μου γίνεται εμπειρία. Ενέχει ακόμα και τη μυρουδιά του τοπίου. Η προσπάθεια του Cezanne αποβλέπει να συλλάβει αυτό το Είναι που υπάρχει πριν απο κάθε κατηγόρημα και κάθε συνείδηση. Το πράγμα δεν είναι κάτι στέρεο, αλλά ροή επιφαινομένων, δεν είναι δεδομένο αλλά διαρκώς ανακτάται. Οι τυφλοί και οι κουφοί έχουν κι αυτοί ένα Είναι να αποκρυπτογραφήσουν.

Ο πολιτισμός, μέσα στον οποίο είμαι βυθισμένος, δίνεται με προφάνεια. Το πρώτο απο τα πολιτισμικά αντικείμενα είναι το σώμα του άλλου. Αυτός ο άλλος είναι καθ’εαυτός και αφ’εαυτού. Μέσα σε αυτή την εμπειρία αντιλαμβάνομαι ότι δε θα μπορούσα να συγκροτήσω τον κόσμο, γιατί τότε δεν θα υπήρχε μέσα του θέση για μιαν άλλη συνείδηση. Το cogito του άλλου εκθρονίζει το δικό μου, το κάνει να χάνει την πίστη του, την ασφάλειά του. Η γλώσσα είναι το πεδίο όπου επιτελείται η συνάντησή μου με τον άλλον. Πριν απο κάθε δική μου τοποθέτηση είναι τοποθετημένος μέσα σε έναν κόμσο διυποκειμενικό. Ο φυσικός και κοινωνικός κόσμος λειτουργεί πάντα ως ερέθισμα των αντιδράσεών μου, είτε αυτές τον δέχονται, είτε τον αμφισβητούν. Ακόμα και η άρνηση προϋποθέτει κάτι αρνημένο, σε σχέση με το οποίο το υποκείμενο απομακρύνεται. Η άρνηση του επικοινωνείν είναι κι αυτή επικοινωνία. Επικοινωνώ πάντα με την ιστορία. Η αθηναϊκή κοινωνία εντοπίζεται κάπου στα όρια της ιστορίας μου. Το Βατερλώ δεν είναι αντίληψη του Φαμπρίτσιο, ούτε του Σατωβριάνδου, ούτε εκείνη του Αυτοκράτορα· είναι εκείνο που συμβαίνει στα όρια όλων των προοπτικών. Η Επανάσταση αποκαλύπτει το λανθάνον εκείνο στοιχείο που το έθνος ή η τάξη αντιλαμβάνονταν μόνο ως αόριστο ερέθισμα.

Αν το cogito συγκροτούσε, θα ήμουν Θεός. Αλλά βγαίνω απο την αμφιβολία σημαινει συναντώ την αντίσταση του κόσμου. Το «εγώ σκέπτομαι» ισοδυναμεί και είναι επάλληλο με το «υπάρχω». Το απόκτημα είναι ένα απαραμείωτο φαινόμενο· είμαι οριστικά εκείνος που είδε έναν πίνακα του Τιντορέτο. Ο Λόγος έχει τη δική του ιστορία. Δεν υπάρχει «φυσική αντίληψη» που να μην έχει κατασκευαστεί χωρίς «πολιτισμικό αόρατο». Ο Μπασελάρ δείχνει πολύ καλά στο Νέο επιστημονικό πνεύμα ότι η περιγραφή δεν σέβεται ποτέ τους κανόνες της «υγιούς κοινοτυπίας»: «Αίφνης μια λέξη αντηχεί μέσα μας, βρίσκει έναν απόηχο που επιμηκύνεται υπερβολικά απο τις παλαιές και αγαπητές ιδέες· μια εικόνα φωτίζεται και μας πείθει ξαφνικά». Το αντικείμενο δεν είναι ποτέ φυσικό, σφραγισμένο καθώς είναι με προ-επιστημονικά ίχνη που έχουν ασύνειδο πυρήνα. Ο Ευκλείδης είναι ένα ιστορικό έδαφος, αληθινο-ψεύτικο, ανάλογα με τη σκοπιά που παίρνω. Ο Λόγος βρίσκει μιαν ολόκληρη κατακαθισμένη ιστορία. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλος κόσμος, γιατί θα περιόριζε (θα περιέκλειε) αυτόν κι ετσί θα αποτελούσε μέρος του.

Η χρονικότητα είναι η ενδόμυχη μορφή του υποκειμένου. Ο χρόνος δεν είναι μια διαδοχή απο τώρα, έχει βιωθεί απο εμάς πριν απο κάθε τεμαχισμό του χρόνου. Το υποκείμενο είναι παρόν ως πρόθεση στο παρελθόν όσο και στο μέλλον. Κάθε στιγμη εμφανίζεται το μελλοντικό μου πράττειν που τροποποιεί την προηγούμενη στιγμή. Ο χρόνος δεν είναι μια γραμμή, αλλά ένα δίκτυο αναφορικοτήτων. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει κόσμος πριν απο το χρονικό στοιχείο. Αναμεμειγμένη με τον κόσμο μέσα σε μιαν αξεδιάλυτη σύγχυση, η έννοια της κατάστασης παραμερίζει την απόλυτη ελευθερία. Βιώνοντας τον χρόνο μου μπορώ να καταλάβω τους άλλους χρόνους. Όντας εξαρχής εκτός εαυτού, ανοιχτός στον κόσμο, δεν είμαι ελευθερία, αλλά σχέδιο. Αυτή τη στιγμή η φιλοσοφία καταστρέφεται ως κάτι το ξεχωριστό.

Advertisements

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s