Η ομορφιά, ο έρωτας κι ο θάνατος στον Πλάτωνα

Του Φρανσουά Σατελέ

«Η ανιούσα διαλεκτική – έτσι συνήθως ονομάζουμε την κίνηση με την οποία το πνεύμα αποσπάται σιγά σιγά από τη γνώμη για να προσπελάσει την επιστήμη – δεν είναι μόνο λογικής υφής. Βέβαια από αυτή τη διαλεκτική απορρέει και μια νέα λογική. Αλλά η συγκρότησή της απαιτεί μια μετατροπή ολόκληρης της ύπαρξης. Πρέπει να μεταμορφωθεί το ίδιο το σώμα, η θυμικότητα. Και πρέπει να αναμορφωθεί, ή τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο να ιδωθεί διαφορετικά, η κοινωνική οργάνωση. Η εμπειρία πρέπει να ερωτηθεί με διαφορετικό τρόπο.

Υπάρχουν άλλωστε τρία εμπειρικά δεδομένα, ανάμεσα στα πιο σημαντικά, χάρη στα οποία ο καθένας, αν φτάσει ως το όριο εκείνου που βιώνει, ξεπερνά την κατάσταση της επιθυμίας και της οδύνης. Η εμπειρία της ομορφιάς, του έρωτα και του θανάτου, αν ξέρουμε να τη βιώσουμε, αποκαλύπτει αυτό το διαφορετικό πεδίο, αυτόν τον άλλο κόσμο που συνιστά το ίδιο το πεδίο του φιλοσοφικού λόγου. Ο Φαίδρος, το Συμπόσιο κι ο Φαίδων δεν είναι τόσο διαλεκτικοί διάλογοι, προορισμένοι να αποδείξουν το διηνεκές του ωραίου ή την αθανασία, παρά εκκλήσεις.

Από αυτή την άποψη το Συμπόσιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό Πρόκειται για μια κρασοκατάνυξη διανοουμένων. Πολύ γρήγορα ο τόνος ανεβαίνει. Το ζήτημα πάνω στο οποίο αποφάσισαν να συζητήσουν είναι ο έρωτας. Ύστερα από τις στιλπνές δημηγορίες των κατασκευαστών ωραίων φράσεων, του Φαίδρου, του Παυσανία, του Ερυξίμαχου, που βρίσκουν ευκαιρία να μιλήσουν για τα πάντα, για την τάξη της Πόλης και για την τάξη του ουρανού, μιλάει ο Αριστοφάνης. Στα αποφθέγματα και στις ρητορικές ασκήσεις ο Αριστοφάνης αντιτάσσει τα χοντρά αστεία του κωμικού ποιητή. Ο μύθος που επινοεί, με την παραδοξότητα και την πρωτοτυπία του, προσδίνει την σημασία τους τόσο στους λόγους που προηγήθηκαν όσο και σ’αυτόν που θα ακολουθήσει, δηλαδή του Αγάθωνα, τους παρουσιάζει δηλαδή ως αρμονικό συνδυασμό ήχων, ως συμβατική λογοβοή.

Εντέλει ο λόγος δίνεται στη φιλοσοφία, στον Σωκράτη, που κι αυτός επίσης προσφέρει έναν μύθο, τον μύθο για την καταγωγή του έρωτα. Ο έρωτας γεννήθηκε από το σμίξιμο του Πόρου, γιού της Μήτιδος, και της Πενίας, μέσα στους κήπους των Θεών, κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου στο οποίο γιορταζόταν η γέννηση της Αφροδίτης. Οι γονείς του δεν είναι αθάνατοι, ο ίδιος όμως μπήκε υπό θεία προστασία. Όπως ο πατέρας του, λογαριάζει και επινοεί, όπως η μητέρα του, αναζητεί και επαιτεί. Είναι αβέβαιος, αλλά πάντα γεμάτος ελπίδες· είναι φτωχός αλλά γνωρίζει τη γύμνια του. Όπως ο φιλόσοφος, έτσι και ο ερωτευμένος νιώθει με οδύνη την κατάστασή του, πασχίζει ωστόσο να την υπερβεί, τραβώντας προς την ομορφιά, προς την αθανασία.

Η παραβολή είναι καθαρή: μέσα στη σαρκική επιθυμία και στις ιδιοτροπίες της αχνοδιαγράφεται ένα σχέδιο που στόχο του έχει το ιδεώδες. Αυτό επιβεβαιώνει και η εξομολόγηση του Αλκιβιάδη. Ο τελευταίος φτάνει ξαφνικά, ακόμα πιο μεθυσμένος από τους άλλους και δηλώνει (αυτός που, σημειωτέον, είναι πλούσιος, όμορφος, διάσημος) πόσο αγαπάει τον Σωκράτη· διηγείται οτι ποτέ ο Σωκράτης δεν ενέδωσε στις επιθυμίες του, αντίθετα του έμαθε τι σημαίνει ερωτική απώθηση. Η επιθυμία ενός ωραίου σώματος οδηγεί, αρκεί να το εννοήσουμε, στην επιθυμία των όμορφων μορφών γενικά και, από κεί, στην αγάπη του καλού καθ’εαυτό. Ο έρωτας είναι ήδη γνώση, και αυτό που προαισθάνεται, στο κατακόρυφο της ταραχής του, είναι η τάξη που βρίσκεται πέρα από το εμπειρικό χάος.

Στον Φαίδωνα ο στοχασμός πάνω στο θάνατο οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Μέσα στη διαδικασία της γνώσης βιώνουμε ήδη την αθανασία μας. Τι έχουμε να φοβηθούμε λοιπόν από το θάνατο αφού κιόλας βρισκόμαστε επέκεινα του θανάτου; Έτσι η θυμικότητα κατανοεί η ίδια οτι ξεπερνιέται με στόχο την γαλήνη της γνώσης».

ΥΓ. Ο Πλατωνικός έρωτας δεν είναι ασεξουαλικός αλλά το ακριβώς αντίθετο, είναι πανσεξουαλικός. Ο ερωτευμένος Αλκιβιάδης ποθεί τον Σωκράτη επειδή εκπροσωπεί το καλό καθ’έαυτό, το περιέχομενο δηλαδή τού κατα τ’αλλα δύσμορφου Σωκράτη υπερβαίνει τη φόρμα και κάνει τον ζεν πρεμιέ Αλκιβιάδη να τον ερωτευτεί παράφορα. Ο δε πόθος του Αλκιβιάδη δεν εξαντλείται επουδενί στο πνεύμα του Σωκράτη αλλά επεκτείνεται και στη σαρκική επιθυμία, άσχετα που ο φιλόσοφος δεν ενδίδει.

Το ίδιο συμβαίνει και στην ελισαβετιανή Αγγλία. O Σαίξπηρ στα σονέτα της νεανικής του ηλικίας αναφέρεται σε 126 από αυτά που είναι ερωτικά ποιήματα, σε έναν νέο άνδρα που τον ονομάζει ‘Fair Lord’ ή ‘Fair Youth’ και ενδεχομένως να είναι ο ‘Mr W.H.’ στον οποίον αφιερώνονται τα σονέτα. Η ταυτότητα του κου W.H., αν τελικά ήταν υπαρκτό πρόσωπο, παίζει ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, τον Henry Wriothesley, 3rd Earl of Southampton ή τον William Herbert, 3rd Earl of Pembroke.

Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσαμε να πούμε και για τον πανηδονιστή, μακαρίτη πλέον, Ντέιβιντ Μπάουι και τη θυελλώδη σχέση του με τον Ίγκυ Ποπ.

Λανθασμένα λοιπόν ο Πλατωνικός έρωτας συγχέεται με κάτι το ασεξουαλικό ενώ είναι το ακριβώς αντίθετο, συνιστά πανσεξουαλισμό στην πιο αγνή μορφή του, στην ιδεώδη μορφή του, εκεί όπου το περιεχόμενο, το καλό καθ’εαυτον, επικρατεί της φόρμας.

Η συμβατική φιλολογία βέβαια δεν μπορούσε να πάει κόντρα στη συμβατική ηθική, δημιουργώντας αυτή τη στρεβλή έννοια του συρμού για τον Πλατωνικό έρωτα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s