Ο κόνδορας

Ηταν η μικρότερη απο τα τέσσερα κουτσούβελα της μάνας της, όλα κορίτσια. Ο πατέρας μεστίτσο, η μάνα αμερίντιαν, η μικρή λίγο απ’όλα. Οι δυο μεγάλες αδελφές, δίδυμες, είχαν παντρευτεί μικρές και ζούσαν στη Λίμα, η τρίτη είχε πρόσφατα φύγει απ’το σπίτι, κάποιος αργεντίνος την είχε ρίξει στη καψούρα κι εκείνη τον ακολούθησε στο Τρουχίγιο, στα μπουρδέλα του Τρουχίγιο για να’μαστε πιο ακριβείς.

Η μάνα της, παλιά πόρνη, είχε ερωτευτεί κάργα τον νταβατζή της κι όταν αυτός μοιραία την γκάστρωσε, την πρώτη απο τις τρεις φορές, παρά το ξύλο και τις απειλές, δεν δεχόταν να κάνει έκτρωση. Εντέλει ο νταβατζής υποχώρησε, ήταν μακράν η καλύτερη που είχε, του’φερνε τα περισσότερα και τον είχε σα θεό, οπότε συμβιβάστηκε με την ιδέα. Άλλωστε ήταν μόλις δεκατεσσάρων τότε, είχε μέλλον…

Τα κορίτσια τα μεγάλωσε μόνη. Ζούσαν σ’ενα καλύβι παρά σπίτι, στη Κάλκα. Η μάνα προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Ουρουμπάμπα, στους τουρίστες που έρχονταν να δουν τον πολιτισμό των Ίνκας.

Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά έπεσε πολύ βαρύς. Απο Μάρτη κιόλας το κρύο ηταν ανυπόφορο. Η μάνα, στα τριανταέξι ήδη, δεν φτουρούσε πια στους ευρωπαίους και αμερικανούς που πλήρωναν καλα κι αναγκαζόταν να πηγαίνει με τον οποιονδήποτε για λίγα πέσος. Έσερνε ηπατίτιδα για τρία χρόνια. Δεν άντεξε τον χειμώνα, αρχές Ιούνη πέθανε.

Η μικρή απέμεινε εντελώς μόνη. Στο χωριό δεν της μίλαγε κανείς, την αποστρέφονταν όλοι, «το μπάσταρδο της πουτάνας» έλεγαν και την έφτυναν. Όταν δεν έκλαιγε, χωνόταν μέσα στους σκουπιδοτενεκέδες ψάχνοντας αποφάγια. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, ή μάλλον έκανε μία και μοναδική σκέψη, εν είδει ελπίδας, να πέθαινε στον ύπνο της. Φοβόταν βλέπετε να αυτοκτονήσει, μια ρωμαιοκαθολικιά καλόγρια, που της είχε δώσει ελεημοσύνη μια φρατζόλα ψωμί στη κηδεία της μάνας της, την είχε τρομοκρατήσει «αυτοκτονία σημαίνει αιώνια κόλαση».

Στις μεγάλες αδερφές δεν μπορούσε να πάει, είχαν ρίξει μαύρη πέτρα, δεν ήξερε καν που έμεναν, κι αυτές άλλωστε δεν ηθελαν να έχουν καμία σχέση με οτιδήποτε θυμίζει το παρελθόν.

Ο πατέρας ήταν στη Λίμα όταν πέθανε η μάνα. Ένα μήνα μετά που επέστρεψε στην Ουρουμπάμπα κι έμαθε τα νέα, έτριψε τα χέρια του, «μια δωδεκάχρονη είναι ότι πρέπει τώρα, θα βγάλω πολλά φράγγα απ’αυτο το πουτανάκι». Όσο ζούσε η μάνα δεν τολμούσε, το είχε επιχειρήσει πριν χρόνια με τις δίδυμες αλλά έφαγε βιτριόλι στο πόδι και στάνιαρε. Τώρα όμως δεν υπήρχε εμπόδιο. Πήγε στη μικρή κονιόρδος, καλός πατέρας και τα ρέστα. Την πήγε για φαγητό κι άρχισε να της τάζει λαγούς με πετραχείλια, πως θα την φροντίζει, θα ζούνε μαζί σε σπίτι κανονικό, θα την στείλει σχολείο…

Η μικρή δε μιλούσε, έτρωγε και άκουγε, ή μαλλον έκανε πως άκουγε, είχε καιρό να φάει κανονικό γεύμα, κρέας, μακαρόνια, και όλες τις οι αισθήσεις είχαν συγκεντρωθεί στη μάσα. Όταν τελείωσε το φαγητό σηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα, βγήκε απ’το εστιατόριο κι άρχισε να τρέχει. Ήξερε πολύ καλα τι ήθελε απ’αυτην ο πατέρας. Δεν έφτασε μακριά όμως, σωριάστηκε λιπόθυμη ενα τετράγωνο παρακάτω, ήταν πολύ το φαγητό μετά απο τέτοια στέρηση. Ο πατέρας την βούτηξε, την πέταξε στ’αμάξι και βουρ για την πόλη.

Ύστερα απο μερικές ωρες ξύπνησε δεμένη σ’ενα υπόγειο. Ούρλιαζε, χτυπιόταν, τίποτα. Μετά σιωπή. Η θλίψη της ήταν τέτοια που με δυσκολία πια έπαιρνε ανάσα.

Η μικρή είχε καρφώσει τα μάτια της στο μικρό φεγγίτη του υπογείου μπας και δει καμια σκιά για να φωνάξει βοήθεια. Πράγματι, μετά απο ώρα, μια σκιά έκοψε το λιγοστό φως του φεγγίτη· εκείνη φωνάξε με όση δύναμη της είχε απομείνει. Tίποτα. Ξανά σκιά, φως-σκιά εναλάσσονταν ρυθμικά, σαν κάτι να έμπαινε μπροστά στο φως κάνοντας κύκλους γύρω του. «Τι να είναι αυτό;» σκέφτηκε… «Ο κόνδορας!» αναφώνησε. Η μάνα την νανούριζε με ιστορίες για τον κόνδορα, τον άρχοντα των Άνδεων, αυτόν που κάθε πρωί κουβαλούσε τον ήλιο στον ουρανό και μετέφερε τις προσευχές των ανθρώπων απο τον κόσμο των θνητών στο κόσμο των θεών, τον hanan pacha. «Ήρθε ο κόνδορας να με σώσει! Ναι, ήρθε να με πάρει απο’δω».

Αίφνης ενα εκτυφλωτικό φως. Χωρίς να καταλάβει πως, είναι λυμένη και πετάει, πετάει πάνω απο τη Κάλκα πάνω στη ράχη του κόνδορα! Φτάνουν στην Κελκάγια, ο κόνδορας κάνει πτήση χαμηλή πάνω απ τον παγετώνα, «η μαμά μου! μαμααα! μαμαααα!» φωνάζει η μικρή, «η μαμά μου είναι αυτή εκεί!, μαμά με έφερε ο κόνδορας, με έφερε σε σένα…»

Εκείνο το βράδυ ήταν η πιο κρύα νύχτα του χειμώνα, 14 Αυγούστου. Νωρίς το πρωί της ίδιας μέρας ο πατέρας είχε βρεθεί σε ενα σοκάκι με μια σφαίρα στο στήθος, ξεκαθάρισμα λογαριασμών είπε η αστυνομία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s