Ο παίκτης

«Ηταν γύρω στα 50φευγα, ψηλόλιγνος, με πυκνό άσπρο μαλλί. Η φωνή του είχε γρέζι απ’το τσιγάρο, «23 γείτονες» λέει στον ντήλερ κι αρχιζει να ποντάρει νούμερα και μόνος του. Αφού βαζει και την τελευταία μάρκα, κοιτά το τραπέζι και μονολογεί «τι εφτιαξα πάλι ο πούστης, γραμμική β’ να’ουμε…».

Στα πίσω τραπέζια γινόταν σφαγή, είχε εμφανιστεί καινούριο κυρίζι κι όλα τα λυκόρνια ειχαν πέσει πανω του μπας και κονομήσουν καμια μάρκα να ρίξουν έστω κι ενα τιέρ στη δυομισάρα. Ο φορτώγκας έπαιζε ταυτόχρονα σε τρία τραπέζια και τα κοράκια του πούλαγαν εκδούλευση, τι ήρθε, τι να παίξει, πόσα πήρε κτλ. Μακελειό κανονικό.

Πιο πέρα, στα μηχανάκια, οι καταθλιπτικές γραίες με την τσάντα πάντα χιαστή, να βάζουν 50ευρα στην οπή, να πατάνε τα κουμπιά, να γυρίζουνε τα φρούτα και πάντοτε να τυχαίνει ζαρζαβατικό…

Οι θεωρίες να δίνουν και να παίρνουν: «κάποιες ρουλέτες εχουν μηχανικό ελάττωμα και κάποια νούμερα τα φέρνουν πιο συχνά απο άλλα», «το χέρι του ντήλερ παίζεις, πιάνεις την στιγμιαία κανονικότητα και μπαίνεις γερά», «αριθμολογία, τον κρουπιέρη τον λένε Βαγγέλη, Βαγγέλης=256, 2+5=7+6=13…»

O παίκτης είναι μια ψυχοσωματική καταστάση. Το παίγνιο κατακυριεύει όλες τις διανοητικές λειτουργίες του υποκειμένου. Η μνήμη του καταστέλλεται και αποδρά σε ένα διαρκές παρόν, χωρίς παρελθόν να το στοιχειώνει και μέλλον να το τρομοκρατεί με τον αβέβαιο χαρακτήρα του. Ο τζόγος περικλείει όλη την αναχωρητική της πραγματικότητας επίδραση της πρέζας χωρίς τα εκφυλιστικά οργανικώς συμπτώματα. Ο τζογαδόρος «ταξιδεύει» όπως και ο ναρκομανής όταν παίζει, μπαίνει σε μια φαύλη λούπα όπου κάθε ζαριά, μπιλιά, άνοιγμα φύλλου, εκτός από το κυρίως ζητούμενο της ισοπέδωσης του παρελθόντος και του μέλλοντος, του δίνει και την πιθανότητα να «κερδιθεί» άλλη μία γύρα παραμονής στην πίστα του αέναου παρόντος. Όταν δεν παίζει σκέφτεται μονάχα αυτό. Αν είναι κερδισμένος – δηλαδή η επόμενη επίσκεψη στο καζίνο ή τον ιστότοπο ή όπου αλλού είναι εξασφαλισμένη – είναι χαρά Θεού, πετάει. Αν είναι χαμένος και η «δόση» τίθεται εν αμφιβόλω, ο παίκτης είναι σιωπηλός, σκέφτεται μόνο πως θα βρει λεφτά να ξαναπάει, έχοντας επιθετικά ξεσπάσματα σε όσους προσπαθούν να του μιλήσουν για αυτό, να τον κάνουν να δει τον ξεπεσμό του.

Ο παίκτης θα βρίσκεται στο τραπέζι μέχρι να πουλήσει και τις κάλτσες του. Συνήθως κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού περνούν απο τα χέρια του και δυο και τρείς και δέκα φόρες επάνω το αρχικό ποσό του. Ο παίκτης όμως παίζει μέχρι να χάσει. Δεν τον ενδιαφέρει να χρηματοδοτήσει μέσω του τζόγου οτιδήποτε άλλο πλην του ίδιου του τζόγου. Είπαμε, θέλει να παραμείνει μακριά από την ανάγκη να αντιμετωπίσει τον ίδιο του τον εαυτό, ελπίζοντας ο δόλιος πως θα το αναβάλλει επ’ αόριστον μέσω του τζόγου. 

Ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι υπήρξε χαρακτηριστική φιγούρα παίκτη. Από τα σαρανταδύο του μέχρι και τα πενήντα του χρόνια ουσιαστικά ζούσε μονο για τη ρουλέττα, παρά το γεγονός βέβαια πως σε αυτή του την περιόδο έγραψε έργα όπως το «Έγκλημα και Τιμωρία» ή «Ο Ηλίθιος». Σε ένα γράμμα του στον αδελφό του Μιχαήλ με ημερομηνία οχτώ Σεπτεμβρίου 1866 γράφει:

«And i believed in my system … within a quarter of an hour i won 600 francs. This whetted my appetite. Suddenly i started to lose, couldn’t control myself and lost everything. After that i … took my last money, and went to play … I was carried away by this unusual good fortune and i risked all 35 napoleons and lost them all. I had 6 napoleons d’or left to pay the landlady and for the journey. In Geneva i pawned my watch».

Έχοντας λοιπόν χάσει ο,τι είχε και φεύγοντας χρεωμένος απο το καζίνο του Baden-Baden, ζητά προκαταβολή απο τον εκδότη του F. T. Stellovsky ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη δεινή θέση του καταχρεωμένου συγγραφέα, θέτει έναν απεχθή όρο για να του δώσει χρήματα: να του παραδώσει ο Ντοστογιέφσκι μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1866 μια νουβέλλα μεγέθους 12 υπογραφών και πάνω αλλιώς ο εκδότης θα αποκτούσε το δικαίωμα να εκδίδει όλα τα έργα του για εννέα χρόνια χωρίς να του αποδίδει ούτε ένα ρούβλι σε δικαιώματα.

Προσλαμβάνοντας μια απο τις καλύτερες στενογράφους της Ρωσίας, την Anna Grigorevna, μετέπειτα γυναίκα του, ο Ντοστογιέφσκι πρόλαβε τελικά την προθεσμία. Το έργο του παίκτη Ντοστογιέφσκι ήταν «Ο Παίκτης». Φημολογείται πως και άλλα έργα του εκείνης της περιόδου ήταν προϊόντα παρόμοιων καταστάσεων.

Ο Ντοστογιέφσκι μέσα απο τον τζόγο βίωσε το δράμα της ελεύθερης βούλησης.Ήξερε πως ο Θεός ήταν νεκρός και πλέον όλα επιτρέπονταν, ως πεδίο πειραματισμού και υπερβολής. Το δράμα του ήταν να επιβληθεί στον εαυτό του, να αλλάξει βούληση μιας και δεν υπήρχε ο εξωγενής, «άνωθεν» κανόνας να του επιβάλλει το καλό, να του πάρει το φορτίο της επιλογής και να τον βάλει με το στανιό στο δρόμο της αρετής. Τόσα ενδεχόμενα, τόσες επιλογές για το κάθε υποκείμενο. 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s