Ρεβιζιονισμός, μια παραμόρφωση του μαρξισμού.

Η Β’Διεθνής (ή τουλάχιστον ορισμένοι απο τους ιστορικούς της ηγέτες) πιστεύει οτι δέχεται τον μαρξισμό ως κληρονομιά και στο εξής ισχυρίζεται πως είναι επιφορτισμένη να κεφαλαιοποιήσει την επονομαζόμενη επιστημονική συμβολή του. Έκτοτε ο μαρξισμός συγκροτείται ως παιδαγωγική απο την οποία αποκλείεται η διαλεκτική. Απο αυτή την αξίωση γεννιέται ο ρεβιζιονισμός. Ο Bernstein και ο Kautsky εξεικονίζουν θαυμάσια αυτή την παραμόρφωση του μαρξισμού μέσα στους κόλπους της Β’ Διεθνούς, αλλά η σπουδαιότητα των ρευμάτων που τροφοδοτούν δεν θα μπορούσε να περιοριστεί σε αυτή την ιστορική περίοδο. Ο Bernstein και ο Kautsky εξακολουθούν να επηρεάζουν τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό και μπορούν να θεωρηθούν ως οι κύριοι θεμελιωτές του.

Ο ρεβιζιονισμός γεννιέται απο την παράδοξη κατάσταση της σοσιαλδημοκρατίας και ιδιαίτερα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας κατα τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα: ο ευρωπαικός καπιταλισμός έχει μπει σε ένα στάδιο εξάπλωσης που συνοδεύεται απο μιαν εξασθένιση των κρίσεων του και μια σχετική άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Μετά την συντριβή της παρισινής κομμούνας, βλέπουμε την ανάπτυξη και την αύξηση των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων. Στη Γερμανία η σοσιαλδημοκρατία δρέπει τους καρπούς της προσχώρησής της στο αστικό δημοκρατικό παιχνίδι: 2,1 εκατομμύρια ψήφοι στις εκλογές του 1898, 56 βουλευτές για 27% των ψήφων. Στη Γαλλία, παρόλο ότι κατείγγειλε  τον «κυβερνητισμό» ενός Millerand, η σοσιαλδημοκρατία διαβλέπει λίγο-λίγο τη δυνατότητα ενός βαθμιαίου και ειρηνικού περάσματος στον σοσιαλισμό.

Συνειδητοποιώντας την αυξανόμενη αντίφαση ανάμεσα στην παλιά επαναστατική επιχειρηματολογία και την ρεφορμιστική πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας, ο Eduard Bernstein ζητά το 1899 στο Θεωρητικός σοσιαλισμός και πρακτική σοσιαλδημοκρατία από τους αρχηγούς του εργατικού κινήματος να έχουν «το σθένος να φανούν τέτοιοι που πραγματικά είναι, να χειραθετηθούν απο μια φρασεολογία ξεπερασμένη από τα γεγονότα και να δεχτούν να είναι ένα κόμμα σοσιαλιστικών και δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων». Ο Bernstein επιχειρεί μια τριπλή αναθεώρηση του μαρξισμού, φιλοσοφική, οικονομική και πολιτική και αποπειράται να δώσει μια νέα «ηθική» δικαίωση της πορείας του σοσιαλισμού. Πριν απ’όλα ο Bernstein ξεκόβει από την διαλεκτική: «Ο,τι μεγάλο κατάφεραν ο Marx και ο Engels δεν το πέτυχαν χάρη αλλά παρά την διαλεκτική». Η διαλεκτική διαδικασία δίνει εδώ τη θέση της σε μια βαθμιαία εξέλιξη και ο Bernstein διασπά την ιστορική ολότητα όπως την συνέλαβε ο Marx: ο σοσιαλισμός δεν πρόκειται να γεννηθεί από την επιδείνωση των αντικειμενικών συνθηκών αλλά απο μια μεταμόρφωση του καπιταλισμού χάρη στη δράση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που εμπνέεται απο ένα ιδεώδες. Η «επιστημονική θεωρία» βλέπει έτσι να της προστίθεται ένα ηθικό συμπλήρωμα. Το προλεταριάτο, ως υποκείμενο που αποτελεί φορέα διεκδικήσεων και αξιών, γίνεται παράγοντας ενσωμάτωσης, σκοπός του οποίου είναι να επεκτείνει προοδευτικά και ειρηνικά σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα τους κοινούς ηθικούς σκοπούς του. Μπροστά στις προσαρμοστικές ικανότητες του καπιταλισμού, που καθιστούν απίθανη κάθε καταστροφική κρίση, o Bernstein αποδίδει μια προοδευτική σοσιαλίζουσα δράση στη συνδικαλιστική και κοινοβουλευτική πάλη. Όντας αληθινή συνηγορία υπέρ της νόμιμης και κοινοβουλευτικής οδού, ο ρεβιζιονισμός του Bernstein κάνει την δημοκρατία μέσο και συνάμα σκοπό: «Είναι μέσο για να εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό και συνάμα μορφή της πραγμάτωσής του» Στην εργατική τάξη αρκεί να έχει το δικαίωμα της καθολικής και ίσης ψήφου για «να έχει κατακτήσει την κοινωνική εκείνη αρχή που συγκροτεί τον θεμελιώδη όρο της ελευθερίας». Έτσι ο σκοπός του σοσιαλισμού – η κατάληψη της εξουσίας απο το προλεταριάτο – έχει λιγότερη σπουδαιότητα απο το κίνημα, διαμέσου του οποίου το προλεταριάτο προχωρεί στο δρόμο των κοινωνικών κατακτήσεων.

Απέναντι στον Bernstein ο Kautsky εκπροσωπεί, σε μια πρώτη περίοδο, την απάντηση της μαρξιστικής ορθοδοξίας μέσα στους κόλπους της Β’ Διεθνούς. Καμιά αναθεώρηση του μαρξισμού δεν είναι αναγκαία: κείμενα όπως Ο μαρξισμός και ο κριτικός του Bernstein και Η αγροτική πολιτική του σοσιαλιστικού κόμματος αξιώνουν να απαντήσουν σημείο προς σημείο στα επιχειρήματα του Bernstein.

Ωστόσο πολύ γρήγορα ο Kautsky χάνει την επιρροή του και δεν εμφανίζεται πλέον ως ο καθοριστικός θεωρητικός του μαρξισμού: Η Υλιστική αντίληψη της ιστορίας ιδιαίτερα γίνεται αντικείμενο ζωηρών επιθέσεων απο την μεριά του Λένιν και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Όπως και ο Bernstein, o Kautsky δε λογαριάζει την μαρξιστικη διαλεκτική. Αυτή κατά την κρίση του ανάγεται σε εναν πολύ γενικό νόμο εξέλιξης στη φύση όπως και στην ιστορία. Για τον Kautsky υπάρχει ένας κοινός νόμος, στον οποίο υπακούει τόσο η ανθρώπινη εξέλιξη όσο και η ζωική και φυτική, ήτοι ότι «καθε μεταμόρφωση των κοινωνιών καθώς και των ειδών οφείλει να αποδοθεί σε μια μετατροπή του περιβάλλοντος», γιατί «η ιστορία της ανθρωπότητας δεν εκπροσωπεί παρα μόνο μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στην ιστορία των έμβιων όντων, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους νόμους της έμβιας φύσης». Μια τέτοια άποψη καταλήγει προφανώς στην άρνηση κάθε διαλεκτικής σχέσης της συνείδησης με το Είναι και της θεωρίας με την πρακτική. Η ενότητα της θεωρίας και της πρακτικής ανάγεται στα διδάγματα που αντλούνται απο τη παρελθούσα ιστορία για την μελλοντική ιστορία. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας έχει εν τέλει ως καθήκον να προσφέρει στους ανθρώπους μιαν επιστημονική γνώση που τους επιτρέπει να «προσανατολιστούν μέσα στον περίγυρο που τους περιβάλλει και τους καταπιέζει». Δικαίως θεωρήθηκε πως αυτή η άποψη βρίσκεται σε απόλυτη αντίφαση με την μαρξιστική θέση, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα δεν είναι να ερμηνεύσουμε τον κόσμο (παθητικά) αλλά να τον μεταμορφώσουμε (πρακτικά-συνειδητά), και επίσης χαρακτηρίστηκε «ως το άλλο πρόσωπο, η θεωρητική αντανάκλαση και το συστηματικό συμπλήρωμα του ρεβιζιονισμού του Bernstein».

Καθώς μια τέτοια στάση δεν μπορεί να γεννήσει καμιά επαναστατική πρακτική, ο καουτσκισμός παρουσιάζεται αντίθετα σαν ένα είδος στάσης αναμονής που επαφίεται στις επικείμενες δυνάμεις της ιστορίας. Βέβαια ο Kautsky δεν είναι πεπεισμένος ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να προέλθει προοδευτικά απο μια απλή άθροιση νομότυπων μεταρρυθμίσεων, παύει όμως να πιστεύει στην αναγκαιότητα της επανάστασης. Ισχυρά μαζικά κινήματα θα έπρεπε κατά την κρίση του να είναι έτοιμα για να αφαιρέσουν από τις άρχουσες τάξεις την εξουσία και να την δώσουν στα χέρια μιας πλειοψηφίας των εργατών. Δέχεται λοιπόν ως αξίωμα ότι η άσκηση της δημοκρατίας μπορεί να επιτρέψει στον καπιταλισμό να εξελιχθεί προς μιαν ωρίμανση των συνθηκών του σοσιαλισμού.

Στον Α’ΠΠ η «σωβινιστική» στάση των σοσιαλδημοκρατών, που στη Γαλλία και στη Γερμανία ψηφίζουν υπέρ των πολεμικών δαπανών, αίρει στο εξής κάθε αμφιλογία: η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι πλέον επαναστατικό κίνημα.

http://wp.me/p1jMOV-1S

Advertisements

One comment

  1. Πρέπει να το έχω διαβάσει καμιά 15 φορές, προσπαθώντας να κατανοήσω τη βαθύτερη πρόθεση του συγγραφέα. Δεν νομίζω ότι είναι απλό καταστάλαγμα μελέτης.

    Σε επίπεδο μελέτης, όμως, τι είναι αυτό που στοιχειοθετεί την εγκατάλειψη της διαλεκτικής στο «Έκτοτε ο μαρξισμός συγκροτείται ως παιδαγωγική απο την οποία αποκλείεται η διαλεκτική».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s