Κάποιες σκέψεις γύρω απο την δυναμική του καπιταλισμού.
Στo Καίμπριτζ της Αγγλίας, συγκεκριμένα στο νησάκι Έλι, οι τουρίστες μεταξύ άλλων θαυμάζουν και τους μεσαιωνικούς καθεδρικούς, ένδοξα απομεινάρια της φεουδαρχικής εποχής. Η περιοχή όμως έχει κι ένα άγνωστο στους περισσότερους ιστορικό ενδιαφέρον πολιτικο-κοινωνικό-οικονομικής υφής: πολλές καλλιεργήσιμες τωρα εκτάσεις, στις εποχές ανέγερσης και ακμής των μεγαλόπρεπων ναών ήταν βάλτοι. Η αποστράγγιση των εδαφών πραγματοποιήθηκε αργότερα όταν πλέον είχε επικρατήσει ένας διαφορετικός παραγωγικός σχηματισμός, ο καπιταλισμός. Ενώ λοιπόν κατα την φεουδαρχική εποχή το υπερπροιόν που καρπωνόταν η ηγεμονική τάξη των πριγκηπων, μαρκησίων, βασιλιάδων, καρδιναλίων και λοιπών αρχόντων δαπανείτο για επιβλητικά έργα αυτοπροβολής και υστεροφημίας των χρηματοδοτών τους εδραιώνοντας την πολιτική τους ισχύ, στην εποχή του καπιταλισμού το υπερπροιόν επενδύετο ξανα στην παραγωγή για να εδραιώσει τον κεφαλαιούχο στην αγορά που δραστηριοποιείτο, αποδίδοντάς του ακόμα μεγαλύτερα κέρδη.
Είναι γεγονός πως ο καπιταλισμός απελευθέρωσε παραγωγικές δυνάμεις σε πρωτοφανή βαθμό για την ως τοτε ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό οφείλεται στην ιδιαίτερη δυναμική που έχει η ίδια του η δομή, δυναμική που απουσιάζει απο το φεουδαρχικό παραγωγικό σύστημα. Βάση του καπιταλισμού είναι η διαρκής ανάπτυξη. Επειδή το κεφάλαιο παίρνει τη μορφή εμπορευμάτων και υπηρεσιών που διατίθενται σε ανταγωνιστικές αγορές, ο κεφαλαιούχος επανεπενδύει την υπεραξία που καρπώνεται υπο τη μορφή κερδών, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό με τους έταιρους καπιταλιστές: επενδύει στην εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην διαδικασία παραγωγής για να αυξήσει την παραγωγικότητα της επιχειρήσής του αποκτώντας τιμολογικό πλεονέκτημα και στην ανακάλυψη ή βελτίωση νέων ή υφιστάμενων αγαθών και υπηρεσιών.
Όσο όμως πραγματοποιείται η παραπάνω διαδικασία συμβαίνει το εξής: το φορντικό καπιταλιστικό μοντέλο της μαζικής παραγωγής με τον τευλοριστικού τύπου ανειδίκευτο εργάτη στον πυρήνα του, που εκτός απο φορέας εργατικής δύναμης είναι ταυτόχρονα και φορέας καταναλωτικής δύναμης, άρχισε να κλονίζεται. Τα όρια του φορντικού υποδείγματος τίθενται απο την περιορισμένη ικανότητα του κεφαλαίου να αυξάνει συνεχώς την συνολική παραγωγικότητα με ρυθμούς τέτοιους που να επαρκούν για την αφομοίωση του κόστους, που προέρχεται αφενός απο την συνεχή εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών και αφετέρου απο την ίδια τη φύση της τευλοριστικής οργάνωσης της εργασίας, η οποία δομείται στη φιγούρα του ανειδίκευτου εργάτη που σταδιακά χάνει, εφόσον αντικαθίσταται απο τη μηχανή, την ικανή καταναλωτική δύναμη που απαιτείται για την πραγμάτωση της παραγωγής και άρα του κέρδους. Η μείωση της ζωντανής εργασίας στο πλαίσιο των νέων τεχνολογικών εφαρμογών οδήγησε προς μια επαναδιοργάνωση της εργασιακής διαδικασίας, με επικέντρο τον ακρως εξειδικευμένο πλέον εργάτη, με στόχο τη θεμελίωση νέων, περισσότερο ευέλικτων συνδυασμών προσώπου και μηχανής, τη δημιουργία νέων ιεραρχιών μεταξύ των εργαζομένων και τη συστηματική εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων.
Η ρύθμιση του κοινωνικού κυκλώματος διανομής αποτελεί βασικό παράγοντα δημιουργίας και πραγμάτωσης του κέρδους. Η δυσκολία έγκειται στη ρύμθιση του ποσοστού διανομής δίχως να τεθεί σε κίνδυνο η συνεχής συσσώρευση του κεφαλαίου και το προσδωκόμενο ποσοστό κέρδους. Στο πλαίσιο του κευνσιανού υποδείγματος η κοινωνική ασφάλιση είναι σχεδιασμένη κατα τρόπο που διατηρεί τους ανέργους ως καταναλωτές. Οι άνεργοι παίρνουν ένα επίδομα ώστε να διατηρείται η ζήτηση σε κάποια ανεκτά επίπεδα μεσα στη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν στις νέες τεχνολογίες, εξειδικεύονταν. Η εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού όμως στις αρχές του ’70, αρχικά στις ΗΠΑ και κατόπιν στη δυτ. ευρώπη, ήταν η αρχή του οριστικού τέλους του κευνσιανού υποδείγματος σταθεροποίησης μέσω τόνωσης της ζήτησης. Η πληθώρα των ανέργων και γενικά εκείνων που χρειάζονταν κρατική πρόνοια άσκησε τεραστιες δημοσιονομικές πιέσεις, δίνοντας την ευκαιρία στους θιασώτες του νεο-φιλελευθερισμού να κατακεραυνώσουν το κευνσιανό μοντέλο και να μιλούν ουσιαστικά για απορρύθμισή του.
Η κατάργηση του νομισματικού κανόνα χρυσού απο την κυβέρνηση Νίξον, που προηγήθηκε και προκάλεσε την πετρελαική κρίση του ’73, εγκαινίασε ένα καινούριο καπιταλιστικό στάδιο: τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Η πρωτοφανής επέκταση της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης που δειλά τότε, εκρηκτικά αργότερα, εμφανίστηκε στον δυτικό κόσμο, είχε ως συνέπεια να δούμε το εξής “παράδοξο”: ενώ η παραγωγικότητα στον δυτικό κόσμο αύξανε ραγδαία, το ιδιωτικό χρέος ακολουθούσε πορεία ευθέως ανάλογη. Ενώ δλδ η παραγωγικότητα του ανθρώπου στον δυτικό κόσμο συνεχώς αυξανόταν, ο ίδιος άνθρωπος άρχιζε ταυτόχρονα να υπερ-χρεώνεται για να καταναλώσει και να στεγαστεί. Το κευνσιανό μοντέλο τόνωσης της ζήτησης μέσω προνοιακών παροχών και βοηθημάτων αντικαταστάθηκε εν πολλοίς απο την καταναλωτική πίστη, με την έννοια υποκαταστασης της, ασθενούς διαφορετικά, ζήτησης. Ενω δλδ παλαιότερα “θυσιαζόταν”, σύμφωνα με την οικονομίστικη φιλελεύθερη λογική, ένα μέρος κεφαλαιου που δαπανειτο σε επιδοματα και παροχές, τωρα δανειζεται έντοκα για να κάνει όμως την ακριβώς ίδια δουλειά με πριν, την τόνωση της ζήτησης. Η συγκεκριμενη πρακτική βέβαια, όπως έχει διαπιστωθεί ιστορικά, ενεχει τεράστια δυναμική φούσκας σε όλα τα επίπεδα.
Ο καπιταλισμός δεν είναι στατικό και αναλλοίωτο ιστορικά Είναι. Αντίθετα είναι εξόχως δυναμικό Γίγνεσθαι, και μεσα σε αυτην την δυναμική του εκδηλώνονται οι τεράστιες αντιφάσεις του, αντιφάσεις ως προς το διακύβευμα αν όντως είναι το βέλτιστο παραγωγικό σύστημα για την ανθρωπινη ευημερία, και οι εγγενείς κρίσεις του, συνέπεια των αντιφάσεων του. Ο καπιταλισμός ως σύστημα, αν τον εξετάσουμε υπο το πρίσμα της θεωρίας παιγνίων είναι απόλυτα win-lose και ποτέ win-win. Πάντα κάποιος θα κερδίζει αλλά εις βάρος κάποιων άλλων, συνήθως των περισσότερων. O καπιταλισμός υπήρξε πρόοδος, απελευθέρωσε δυνάμεις, σιγόνταρε τις πολιτικές ελευθερίες θέλοντας νέους εργατες-πελάτες (γυναίκες, αφροαμερικανοί, κτλ), και πράγματι ήταν χρήσιμο στάδιο της ιστορικής μας πορείας. Καιρός να προχωρήσουμε όμως.
Στο κείμενο έχουν χρησιμοποιηθεί αποσπάσματα απο το βιβλίο του Κώστα Μελά “Παγκοσμιοποίηση“
Maurice Merleau-Ponty
του Christian Descamps
μέρος ‘Α
Πρόλογος
Το έργο του Maurice Merleau-Ponty προκύπτει απο μια δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Πίσω απο την ξερή εξήγηση των φαινομένων, θέλει να τα ξαναβρεί στην γένεση τους, στην πρωταρχή τους. Ο φιλόσοφος θέλει να είναι παιδί του θαυμασμού, αφελής. Θέλει να λογαριάσει τον υποκειμενικό παράγοντα χωρίς όμως να θεμελιώσει μια φιλοσοφία του υποκειμένου. Το Είναι είναι ταγμένο στο νόημα, υποκείμενο αναμεμειγμένο με τον κόσμο. Και αυτό το νόημα θα δοθεί μέσα στην εμπειρία, την οποία ο φιλόσοφος πραγματώνει με τον κόσμο. Ο στοχαστής δεν είναι επουδενί ένα καθαρό υπερβατικό υποκείμενο, είναι συνυφασμένος με το σύμπαν που τον περιβάλλει, μέσα στο υφάδι του κόσμου που κατοικεί.
Το πρώτο βιβλίο του Merleau-Ponty, “η Δομή της συμπεριφοράς”, που δημοσιεύθηκε το 1942, θίγει το πρόβλημα του σώματος. Ο Merleau Ponty προσπελάζει τα προβλήματα του κόσμου διαμέσου της φαινομενολογίας του Husserl και τα έργα της θεωρίας της Gestalt. Το έργο του αναρωτιέται πάνω στην αντίληψη, την αισθητική, την πολιτική, για να καταλήξει διανοιγόμενο στα όρια της ποίησης και της φιλοσοφίας πάνω στο φυσικό σύμπαν, όπως μας το δίνει η πίστη της αντίληψης. Η φιλοσοφία θέτει ως καθήκον της να μάθει να ξαναβλέπει τον κόσμο. Αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με εμπειρισμό. Ο άνθρωπος είναι ταγμένος στον κόσμο ως ον σημαίνον και ως ον που σημαίνεται στον άλλον με το σώμα του. Υπάρχει μια βαθειά ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, όλα έχουν δοθεί, δίνονται μέσα σε μια μοναδική πρωταρχική πράξη: τα πράγματα, το σώμα, η συνείδηση. Το πνεύμα είναι πάντα παρόν στην κινητήρια αναφορικότητα του. Έτσι η φιλοσοφία οφείλει να συνάψει τον άκρο αντικειμενισμό και τον άκρο υποκειμενισμό. Ο άνθρωπος θα είναι σωματικό εγώ και συνάμα σκεπτόμενο υποκείμενο. Το Είναι είναι αξεδιάλυτα σώμα και σκέψη. Η σκέψη δεν αποκόπηκε ποτέ απο τις αισθητές, σωματικές της ρίζες. Το σώμα μας, αυτό το σώμα που βιώνεται απο τα μέσα, είναι εγχάρακτο με προθέσεις, ερματισμένο με σημασίες, σημασίες που δεν παραπέμπουν τόσο σε μια υπόσταση όσο στην έννοια του στοιχείου. Πριν απο κάθε στοχασμό βρίσκουμε μια εμμενή σημασία στις πράξεις μας. Το βιωμένο και το άσκεφτο προηγούνται απο το στοχαστικό και το θεμελιώνουν. Ο φιλόσοφός μας προσπαθεί να διατυπώσει μια εμπειρία του κόσμου, μια επαφή με εκείνο που προηγείται απο κάθε σκέψη για τον κόσμο. Η φιλοσοφία θα είναι μέσα στην αλληλεπίδραση του ανθρώπου και του σύμπαντος, δεν θα αναχθεί σε απόλυτο. Θέλει να είναι η συνείδηση της ορθολογικότητας μέσα στην συμπτωματικότητα.
Το δρομολόγιο του νοήματος: μορφή και δομή
Η Δομή της συμπεριφοράς εισάγει την χρήση των εννοιών της μορφής και της δομής. Η γνώση δεν προκύπτει απο έναν συνδιασμό απλών στοιχείων και η συμπεριφορά δεν ανάγεται σε ένα σύνολο αντανακλαστικών, ανάμεσα στα οποία δεν θα δεχόμασταν καμιά εσωτερική συνάφεια. Από την στιγμή κιόλας που θα αντιληφθούμε το έργο μας, βρισκόμαστε στην τομή δύο κόσμων. Το σύμπαν της επιστήμης, που βρίσκεται ολόκληρο έξω απο μένα, συναντά την αντίθεση του “σύμπαντος της συνείδησης”. Ο οργανισμός δεν είναι ένας πίνακας πλήκτρων πάνω στον οποίο παίζουν εξωτερικά ερεθίσματα, σχηματίζοντας την ίδια τους τη μορφή καθώς τον συγκροτούν. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο αλληλεπίδρασης, οι ιδιότητες του αντικειμένου αναμειγνύονται με τις προθέσεις του υποκειμένου για να διαμορφώσουν ένα νέο όλο. Ο Merleau-Ponty διαπιστώνει οτι ο ερεθισμός δεν είναι ποτέ η παθητική καταγραφή μιάς εξωτερικής επίδρασης αλλά μια επεξεργασία αυτών των επιδράσεων. Η έννοια του stimulus παραπέμπει όντως στην πρωταρχική δραστηριότητα με την οποία ο οργανισμός συλλέγει τους διεσπαρμένους ερεθισμούς.
Η θεωρία των εξαρτημένων αντανακλαστικών δεν είναι τίποτα περισσότερο απο μια θεωρία που έχει κατασκευαστεί με βάση αξιώματα, ως άτομο της πραγματικής ανάλυσης. Να λοιπόν που παραπεμπόμαστε σε ένα σύμπαν πραγμάτων. Ο καθορισμός μιας αντίδρασης απο εκείνη που προηγήθηκε μας κάνει βέβαια να καταλάβουμε αποσπάσματα του πραγματικού, αλλά δεν θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την προσαρμογή των μερών μεταξύ τους.
Αν πάρουμε το παράδειγμα των νόμων εκμάθησης αντιλαμβανόμαστε οτι το μανθάνειν δεν είναι ποτέ η επανάληψη της ίδιας χειρονομίας αλλά η παροχή μιας απάντησης προσμοσμένης στην εκάστοτε κατάσταση. Για τον μπιχαβιορισμό, η επίκτητη αντίδραση αναφέρεται στην ουσία της κατάστασης και κατόπιν παραδέχεται μια σειρά παραλλαγών γύρω απο το θεμελιακό θέμα. Αλλά τα αντικείμενα, τα πράγματα, βρίσκονται μέσα στην αφελή εμπειρία των αντιληπτικών όντων, προσφέρονται χωρίς την παρεμβολή του περίγυρου, αποκαλύπτονται βαθμιαία και ποτέ πλήρως. Αλλά το έσχατο κατώφλι, το σημείο στήριξης, το αγκυροβόλιο των προθέσεών μας είναι το σώμα. Το σώμα δεν είναι μια αδρανής υλική μάζα, ένα εξωτερικό όργανο, είναι το ζωντανό περικάλυμμα των δραστηριοτήτων μας, κατοικεί τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι ο “κόσμος της ζωής” και αντιτίθεται ριζικά στο σύμπαν του “φιλοσόφου εν διαλογισμώ” του Rembrandt, που διαπερνάται απο ένα λοξό και λειψό φως.
Η γνώση είναι η σύλληψη ενός δεδομένου που είναι ανέκαθεν δομή. Οι στιγμές της γνώσης σε τελευταία ανάλυση θεμελιώνονται σε έναν πιο πρωταρχικό συνειδησιακό τρόπο. Το υποκείμενο αγγίζεται απο την ενδόμυχη παρουσία των αντικειμένων και η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα ευρετήριο της συνείδησης ως “συμπαντικού περιβάλλοντος”. Έτσι αίρονται τα προβλήματα της ψυχής και του σώματος. Το σώμα δεν είναι ένας μηχανισμός κλεισμένος στον εαυτό του πάνω στον οποίο η ψυχή θα επιδρούσε έξωθεν σαν κινητήριος μοχλός. Το σώμα ορίζεται σαν λειτουργία στην οποία μπορούν να ενταχθούν τα πάντα. Αν κοιτάξουμε το έργο του Greco, αντιλαμβανόμαστε οτι μια εξήγηση της μορφής του σώματος των προσώπων με βάση μια ανωμαλία της όρασης του ζωγράφου παραμένει παράδοξα προσκολλημένη στα δεδομένα της φυσικολογίας.
Όταν μια σωματική ιδιαιτερότητα έχει ενσωματωθεί στο σύνολο της εμπειρίας του υποκειμένου, τότε παύει να είναι απλή αιτία. Μετακινημένη απο τη μεγαλοφυία του καλλιτέχνη, η ανωμαλία λαμβάνει καθολική σημασία. Το συμβεβηκός της φυσικής συγκρότησης έπαιξε το ρόλο αποκάλυψης. Αντί να γίνεται ανεκτό ως μειονέκτημα, γίνεται μέσο πολλαπλασιαμού. Η οπτική ανωμαλία του Greco κατακτήθηκε απο αυτόν, ενσωματώθηκε στον τρόπου που σκεφτόταν και αντιλαμβανόταν. Εμφανιζόταν περισσότερο ως αναγκαία έκφραση του είναι του παρά σαν μια ιδιαιτερότητα επιβεβλημένη έξωθεν.
Η “ελευθερία” του Greco δικαίωσε την σύμπτωση της φύσης που ενσαρκώθηκε στο σώμα του. Ξεπερνώντας την αισθητήρια αναπηρία, ο καλλιτέχνης πλάτυνε το οπτικό πεδίο της αντίληψης χαλκεύοντας ένα νέο όργανο. Τα προβλήματα της ψυχής και του σώματος παραμένουν αδιαφανή στο βαθμό που τα προσπελάζουμε κάνοντας αφαίρεση απο το σώμα σαν ένα απόσπασμα ύλης και μη θεωρώντας το ως περίγυρο. Το πνεύμα δεν χρησιμοποιεί το σώμα, γίνεται μέσα απο αυτό μεταφέροντας το έξω απο το φυσικό χώρο. Η συμπεριφορά όχι μόνο δεν υπάρχει καθ’εαυτή αλλά είναι σημασιακό σύνολο. Η ψυχή έχει νόημα μόνο μέσω του σώματος. Αν χάσει το νόημά της παύει παρευθύς να είναι ζωντανό σώμα για να ξαναπέσει στην κατάσταση της φυσικο-χημικής μάζας.
Μέσα σε αυτό το έργο, το ασυνείδητο είναι ο μεγάλος απών. Το μετέπειτα έργο θα του παραχωρήσει μια θέση που ολοένα μεγαλώνει για να επικεντρωθεί τελικά σε αυτό στην τελευταία του φάση.
Έτσι, με νόημα ή γιατί είμαι κομμουνιστής;
“Ο θεός είναι νεκρός” είπε ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι συμπλήρωσε “ο θεός πέθανε, τώρα όλα επιτρέπονται” υπερτονίζοντας τον αμήχανο – παράλογο πλέον χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής μετά την κατάρριψη του μεταφυσικού νοηματοδοτικού σημείου αναφοράς, δίνοντας το έναυσμα στον Καμύ για την μετατροπή της νιτσεϊκής ρήσης απο μια πρόταση με μηδενιστικές προεκτάσεις σε εφαλτήριο αναζητήσης ενός καινούριου οικουμενικού νοήματος με επίκεντρο τον άνθρωπο.
Απόσπασμα απο το κείμενο του Θωμά Τσαλαπάτη “Αλμπέρ Καμύ: ο θρύλος, η βιογραφία και η τυμβωρυχία“:
“Ο Καμύ είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους ηθικούς στοχαστές. Όλο του το έργο φαίνεται ως μια προσπάθεια χαρτογράφησης του παραλόγου και κυρίως μια προσπάθεια υπέρβασης του μηδενισμού που μπορεί να προκύψει από αυτό. Το πρώτο ζευγάρι έργων του, ο “Ξένος” και ο “Μύθος του Σίσυφου”, περιγράφουν ακριβώς το παράλογο ως θριαμβευτή της σύγχρονης αμήχανης ζωής. Στην μετά τον Νίτσε εποχή, η παραδοχή του θανάτου του θεού είναι πιο εύκολη παρά ποτέ. Η ρήση του Ντοστογιέφσκι “ο θεός πέθανε, τώρα όλα επιτρέπονται” γίνεται ερώτημα και μάλιστα κεντρικό στην ηθική του Καμύ. Σ’έναν κόσμο χωρίς θεό, ο άνθρωπος πρέπει να αναζητήσει ένα νέο κέντρο. Στο επόμενο ζευγάρι έργων του στον “Επαναστατημένο άνθρωπο” και στην “Πανούκλα”, ο Καμύ απαντά ακριβώς σε αυτό το θέμα διατυπώνοντας το δικό του cogito: “Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε”. Ο άνθρωπος, η αναγνώριση και αποδοχή της παράλογης φύσης της ζωής, όπως αυτή προκύπτει από τα αδιέξοδα της λογικής και τελικά η υπέρβαση του παραλόγου, ως πράξη ανάτασης και επαναστατικής οπτικής, στο όνομα ακριβώς του ανθρώπου, της συντροφικότητας και της αδελφοσύνης που προκύπτει από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας, είναι η πρόταση του Καμύ για τον ορισμό ενός νέου κέντρου”.
Πριν απο λίγο καιρό είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για την σκέψη του Στίρνερ έχοντας κατα νού να ποστάρω και ένα συμπληρωματικό κείμενο με τους λόγους που με οδήγησαν στην συγκεκριμένη ανάρτηση. Οι λόγοι αυτοί λοιπόν είναι πως θεωρώ την σκέψη του Στίρνερ ως απαραίτητο κομμάτι μιας φιλοσοφικής βάσης για την οικοδόμηση μιας στέρεης υλιστικής κοσμοθεωρίας. Ο Στίρνερ θέτει την ικανοποίηση του εγώ ως κυρίαρχο ζητούμενο του ανθρώπου, φτάνοντας ίσως και σε σημείο σολιψισμού. Εδώ έρχεται ο Καμύ και πηγαίνει πολλά βήματα παρακάτω, αντιλαμβανόμενος αυτό που αγνοούσε ο Στίρνερ, το διαλεκτικό δίπολο άτομο(υποκειμενικό) – κοινωνικό ον(αντικειμενικό), σχημα στο οποίο εντάσσεται ο καθενας μας, και διατυπώνει την φράση “επαναστατώ άρα υπάρχω” με όρους κοινωνίας, με συντροφικότητα και αδελφοσύνη καθώς ο πόλος του κοινωνικού όντος μας δένει όλους σε μια κοινή μοίρα, μια μοίρα όμως απόλυτα ελεγξιμη απο εμάς.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι να βρούμε κατι συγκεκριμένο που θα το ονομάσουμε νόημα της ζωής, θα γαντζωθούμε πάνω του και θα ορίζουμε βάσει αυτού τις ζωές μας σε όλη τους την έκταση, άλλωστε τέτοια καπέλα υπάρχουν πολλά ήδη. Πρέπει να εξετάσουμε το θέμα πάνω στην διττή διαλεκτική του βάση: το νόημα της ζωής για το κοινωνικό όν πρέπει να είναι η ομαλή εξασφάλιση του ζην σε επίπεδο κοινωνίας, στέγαση, σίτιση, περίθαλψη, εκπαίδευση, πρόνοια, αξιοπρεπης εργασία για όλους, συνθήκες αντικειμενικές και αναγκαίες ώστε σε ατομικό επίπεδο ο άνθρωπος ήρεμος και χωρίς την αβάσταχτη αγωνία της επιβίωσης να αναζητά και να εφαρμόζει τα προσωπικά του ευ του ζην, στον πληθυντικό, καθώς ουσιαστικά το ευ ζην αποτελείται απο πολλά στοιχεία που ενδεχομένως να πραγματοποιούνται και ταυτόχρονα, αρκετά εκ των οποίων κοινά για όλους, όπως ο έρωτας και η φιλία για παράδειγμα. Προσωπικά οι πιο ευτυχισμένες στιγμές που μπορω να ανασύρω απο την μνήμη μου έχουν να κάνουν είτε με κάποιον μου έρωτα είτε με φίλους, ατελείωτες συζητήσεις και διάφορες “καφρίλες”, πράγματα που δεν αγοράζονται απο τα ΙΚΕΑ…
“ο θεός πέθανε, τώρα όλα επιτρέπονται”:
Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, του Νικολαΐδη,
Ο παίκτης
“Ηταν γυρω στα 50φευγα, ψιλόλιγνος, με πυκνό άσπρο μαλλί. Η φωνή του είχε γρέζι απ’το τσιγάρο, “23 γείτονες” λέει στον ντήλερ κι αρχιζει να ποντάρει νούμερα και μόνος του. Αφού βαζει και την τελευταία μάρκα, κοιτά το τραπέζι και μονολογεί “τι εφτιαξα πάλι ο πούστης, γραμμική β’ να’ουμε…”.
Στα πίσω τραπέζια γινόταν σφαγή, είχε εμφανιστεί καινούριο κυρίζι κι όλα τα λυκόρνια ειχαν πέσει πανω του μπας και κονομήσουν καμια μάρκα να ρίξουν έστω κι ενα τιέρ στη 2,5αρα. Ο “φορτωγκας” έπαιζε τατυτόχρονα σε τρία τραπέζια και τα κοράκια του πούλαγαν εκδούλευση, τι ήρθε, τι να παίξει, ποσα πήρε κτλ. Μακελειό κανονικό.
Πιο πέρα, στα μηχανάκια, οι καταθλιπτικές γραίες με την τσαντα πάντα χιαστή, να βάζουν 50ευρα στην οπή, να πατάνε τα κουμπιά, να γυρίζουνε τα φρούτα και πάντοτε να τυχαίνει ζαρζαβατικό…
Οι θεωρίες να δίνουν και να παίρνουν: “κάποιες ρουλέτες εχουν μηχανικο ελάττωμα και καποια νουμερα τα φερνουν περισσότερες φορές απο άλλα”, “το χέρι του ντηλερ παίζεις, πιάνεις την στιγμιαία κανονικότητα και μπαίνεις γερά”, “αριθμολογία, τον ντηλερ τον λενε Βαγγέλη, Βαγγέλης=256, 2+5=7+6=13…”
O “παίκτης” είναι μια ψυχοσωματική καταστάση. Το παίγνιο κατακυριεύει όλες τις διανοητικές λειτουργίες του υποκειμένου το οποίο μηχανικά ακολουθεί τους κανόνες του παιχνιδιού.Ο παίκτης κατα την διάρκεια του παχνιδιού δεν προσδωκά τίποτα, ούτε καν να κερδίσει τη ζαριά. Ουσιαστικά δεν χρειάζεται να προσδωκά, βιώνει την επιθυμία του: παίζει. Γατί παίζει; Κάθε ζαριά, κάθε μπιλιά, κάθε άνοιγμα φύλλου είναι η δόση της πρέζας του παίκτη, είναι η πηγή της νοσηρής ηδονής που του δίνεται μέσα απο τη στιγμιαία αγωνία του ρίσκου και της ενδεχόμενης νίκης που θα σημάνει μια ακόμα μεγαλύτερη μπιλιά, μια ακόμα πιο έντονη αγωνία και όλα αυτά σε μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται διαρκώς και άμεσα.
Ο παίκτης θα βρίσκεται στο τραπέζι μέχρι να πουλήσει και τις κάλτσες του, μπορεί μάλιστα κατα την διάρκεια του παιχνιδιού να έχει περάσει απο τα χέρια του και δυο και τρεις και δέκα φόρες επάνω το αρχικό ποσό του. Ο παίκτης όμως παίζει μέχρι να χάσει. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας αναγνώρισης της ροπής. Αν παίζεις μέχρι να μην έχεις άλλα να παίξεις, ενω έχεις ήδη τραβήξει απο κάρτες κι έχεις δανειστεί κι απο όποιον βρήκες, πρόσεχε, είσαι εν δυνάμει πρεζάκι του τζόγου…
Ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι αποτελεί χαρακτηριστική φιγούρα παίκτη. Από τα σαράντα δύο του μέχρι και τα πενήντα του ουσιαστικά ζούσε μονο για την ρουλέττα, παρά το γεγονός βέβαια πως σε αυτη του την περιόδο έγραψε έργα όπως το “Έγκλημα και Τιμωρία” ή “Ο Ηλίθιος”. Σε ένα γράμμα του στον αδελφό του Μιχαήλ με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1866 γράφει:
“And i believed in my system … within a quarter of an hour i won 600 francs. This whetted my appetite. Suddenly i started to lose, couldn’t control myself and lost everything. After that i … took my last money, and went to play … I was carried away by this unusual good fortune and i risked all 35 napoleons and lost them all. I had 6 napoleons d’or left to pay the landlady and for the journey. In Geneva i pawned my watch”.
Έχοντας λοιπόν χάσει ο,τι είχε και φεύγοντας χρεωμένος απο το καζίνο του Baden-Baden, ζητά προκαταβολή απο τον εκδότη του F. T. Stellovsky ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη δεινή θέση του καταχρεωμένου συγγραφέα, θέτει έναν απεχθή όρο για να του δώσει χρήματα: να του παραδώσει ο Ντοστογιέφσκι μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1866 μια νουβέλλα μεγέθους 12 υπογραφών και πάνω αλλιώς ο εκδότης θα αποκτούσε το δικαίωμα να εκδίδει όλα τα έργα του για εννέα χρόνια χωρίς να του αποδίδει ούτε ένα ρούβλι σε δικαιώματα.
Προσλαμβάνοντας μια απο τις καλύτερες στενογράφους της Ρωσίας, την Anna Grigorevna, μετέπειτα γυναίκα του, ο Ντοστογιέφσκι πρόλαβε τελικά την προθεσμία. Το έργο του παίκτη Ντοστογιέφσκι ήταν “Ο Παίκτης”. Φημολογείται πως και άλλα έργα του εκείνης της περιόδου ήταν προϊόντα παρόμοιων καταστάσεων.
Νυχτερινές παπαριές ή περί Θανάτου…
Πριν απο πολλά χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου ενα βιβλίο που έλεγε πως πίσω απο οτιδήποτε κάνει ή δεν κάνει ο άνθρωπος κρύβεται τελικά ο φόβος του θανάτου, μια θεώρηση που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον και την οποία συγκράτησα σε κατάσταση “διανοητικής αναμονής” για το αν θα την δεχτώ ή αν θα την απορρίψω.
Η συγκεκριμένη θέση μας λέει πως ο άνθρωπος κινείται σε τελική ανάλυση βάσει ενός αρχέγονου φόβου, τον φόβο του θανάτου, που τον ωθεί στο να οχυρώνεται ποικιλοτρόπως απέναντι σε αυτο το ενδεχόμενο, δημιουργώντας από θρησκείες που παρατείνουν αιωνίως τον βίο μέχρι να ντύνεται ζεστά τον χειμώνα για μην αρρωστήσει κι εν τέλει πεθάνει.
Με τα χρόνια η εν λόγω θεώρηση άρχισε να μου μοιάζει απλοϊκή και στρεβλή: απλοϊκή επειδή συγχέει το οργανικό μας κομμάτι με την ψυχολογία μας, δλδ την φυσική μας ροπή για επιβίωση, που είναι αναλοίωτη για τον άνθρωπο στο πέρασμα του χρόνου, με την πολυσύνθετη ψυχολογική ισορροπία μας, και απο την άλλη στρεβλή επειδή κατηγοριοποιεί την μοναδική βεβαιότητα του βίου μας σε ενδεχόμενο και μάλιστα φοβερό, παίρνοντας τελικά μια φιλοσοφική θέση πάνω στο ζήτημα. Ως ενδεχόμενο μπορεί να παίζει μόνο ο χρόνος του θανάτου μας, αυτος καθεαυτός όμως ο θάνατος μας είναι απόλυτα βέβαιος.
Σε ομαλές συνθήκες, καθόλα υποκειμενικές καθώς η ομαλότητα στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον μια στατιστική έννοια που απλώς περιγράφει τις “κανονικές” για τον καθέναν μας συνθήκες διαβίωσης, κανείς δεν επιθυμεί να πεθάνει. Παραταύτα ο προσωπικός μας θάνατος έχει ενα χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί προς το ηπιότερο απο άλλες φοβίες: με την τέλεση του το υποκείμενο του θανάτου δεν υπάρχει πλέον για να δυστυχίσει και να πονέσει με το κακό που το βρήκε. Αυτό του το χαρακτηριστικό κάνει τον θάνατο μου ανύπαρκτο για μένα, δεν θα τον βιώσω ποτέ στην έκταση του παρά μόνο ίσως νοερά λίγο πριν πεθάνω.
Η γνώση αυτής της απόλυτης βεβαιότητας μπορεί να λειτουργήσει ως ηρεμιστικό για τον άνθρωπο, αυτή η δυνατότητα της οριστικής απόδρασης απο ενδεχομένως έναν κόσμο “πόνου”, που προσωρινά ή και ορισμένοι πιο “άτυχοι” περισσότερο απο προσωρινά βιώνουμε, προσωπικά με ηρεμεί αφάνταστα, σκέφτομαι πως πάντα υπάρχει το plan Ω, το οποίο όμως για να τεθεί σε εφαρμογή πρέπει να έχει αποτύχει όλη η υπόλοιπη ΑΒ…
ΥΓ. Always look on the bright side of death…
Max Stirner, α’ μέρος
του Wanda Bannour
Α’ μέρος
Δεν είναι φιλοσοφία, ούτε έργο, ούτε καν σκέψη, ο λόγος του Στίρνερ αποτελεί εξέγερση: εξέγερση ενάντια στις ουσίες, στα ιδεώδη, στις αξίες, με ένα λόγο ενάντια στη μεταφυσική και στα ηθικά της παραβλάσταρα. Ταυτόχρονα εξεγείρεται ενάντια στις λέξεις, στις οποίες καθαγιάζεται και παγιώνεται το φάντασμα.
Αυτή η εξέγερση δεν θεμελιώνεται σε μια θεωρία, ούτε σε μια πράξη. Δε θεμελιώνεται σε ΤΙΠΟΤΑ. Γίνεται εν ονόματι της μόνης πραγματικότητας που υπάρχει: του ΕΓΩ του Μοναδικού.
Το ΕΓΩ δεν αποδείχνεται, δε διατυπώνεται, δεν περιγράφεται. Είναι το αδιανόητο, το ανείπωτο, το ακατανόμαστο. Μόνο αυτό υπάρχει: “Μόνο Εγω έχω σώμα και είμαι κάποιος”.
Όντας η μοναδική υπαρκτή πραγματικότητα που δε θεμελιώνεται σε τίποτα, το ΕΓΩ διεκδικεί τα πάντα: είναι ο Μοναδικός ιδιοκτήτης. Όλα του ανήκουν, όλα είναι ιδιοκτησία του, όχι ως δικαίωμα – πράγμα που θα άνοιγε το δρόμο των ιστορικών αναμονών, τις οποίες αρνείται ο Στίρνερ – αλλά έμπρακτα. Ο λόγος του Στίρνερ κάνει γεγονότα τις δυνητικότητες κι έτσι καταργεί τα απλά δικαιώματα.
Οι σχέσεις ανάμεσα στα ΕΓΩ είναι σχέσεις συμφέροντος, αιχμαλωσίας και δύναμης. Για ΜΕΝΑ τα πάντα είναι αντικείμενο, συμπεριλαμβανομένου και του άλλου, όλα αναφέρονται στο συμφέρον μου. Το εγώ είναι εγωιστικό όχι κατα παρέκκλιση ή κατά συμβεβηκός αλλά εκ φύσεως. Υπάρχει πλήρως στο μέτρο που υπάρχει πλήρως ως ΕΓΩ, θέλοντας τον εαυτό του μέσα στη θετικότητα της δύναμης του. Κάθε ηθική αναφορά απουσιάζει απο αυτή την πρόταση.
Ανέκαθεν το ΕΓΩ λεηλατήθηκε, αναιρέθηκε, ακρωτηριάστηκε, τόσο από τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς όσο και απο τους ιερείς, τους στοχαστές και τους δόκτορες. Η ιστορία του συνασπισμού των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών είναι η ιστορία μιας συλλογικής τρέλας, μιάς έμμονης ιδέας, μιας ηλίθιας μονομανίας. Ο Θεός, το Πνεύμα, η Ηθική, ο Άνθρωπος, το Κράτος, ο Λαός, η Ελευθερία, είναι ισάριθμες επιχειρήσεις καταστροφής του ΕΓΩ, ισάριθμες απάτες, ψεύδη που καθιερώνουν την αλλοτρίωση των ανθρώπων, την υποδούλωση τους σε φαντάσματα.
Το ΕΓΩ απαλλοτριώθηκε, η ιδιοκτησία του έγινε ετερότητα, φενακίστηκε απο την ετικέτα του Ιερού για να εμποδιστεί κάθε ανάκτησή του απο τον νόμιμο ιδιοκτήτη του. Έτσι η τυραννία των Ιδεών και τον Λέξεων τσάκισε τη δύναμη του ΕΓΩ. Είναι οι ψευδείς Μύθοι του άλλου κόσμου, των άλλων κόσμων του Ουσιώδους Ανθρώπου, της νέας επιβίωσης του βιβλικού Θεού. Είναι οι Μύθοι του Καλού, του Δίκαιου, καθιερωμένοι απο το Κράτος που κι αυτό είναι ένας μύθος. Είναι ο Μύθος της ιδιοκτησίας, τον οποίο χειρίζονται επιδέξια οι κρατούντες ξεγελώντας τους αχρείους. Είναι ο Μύθος της εργασίας στους κομμουνιστές που έχει διαδοθεί στους εργάτες και είναι μια θεολογική επιβίωση που διαδέχτηκε το θέμα της εξαγοράς και της απολύτρωσης μέσω του εξιλαστικού μόχθου. Είναι οι Μύθοι της προσωπικής αξίας και της τύχης που δικαιώνουν την εκμετάλλευση του προλετάριου και την αδηφαγία των κατεχόντων, οι οποίοι καταξιώνουν προς το συμφέρον τους την αρχή του ανταγωνισμού. Είναι οι Μύθοι των αρετών της αυταπάρνησης και της ανιδιοτέλειας, που χρησιμοποιούνται επιδέξια απο τους ευνοούμενους του κοινωνικού συστήματος εν ονόματι της ηθικής.
Μεταφυσικοί, ηθικολόγοι, πολιτικοί έχουν συνασπιστεί για να υποδουλώσουν τους ανθρώπους, χειρίζονται Ιδέες και Αξίες με σκοπό να εγκαθιδρύσουν την τυραννία και τον δεσποτισμό. Η ιστορία των ανθρώπων είναι η ιστορία των θυμάτων της εκμετάλλευσης, η ιστορία μιας μακράς εξαχρείωσης, που άλλοι την επέβαλαν και άλλοι την υφίστανται. Να όμως που ήρθε η ώρα της μεγάλης άρνησης: “Δεν είμαι πια αχρείος, αλλά ήμουνα”.
http://wp.me/p1jMOV-27
Ρεβιζιονισμός, μια παραμόρφωση του μαρξισμού.
Η Β’Διεθνής (ή τουλάχιστον ορισμένοι απο τους ιστορικούς της ηγέτες) πιστεύει οτι δέχεται τον μαρξισμό ως κληρονομιά και στο εξής ισχυρίζεται πως είναι επιφορτισμένη να κεφαλαιοποιήσει την επονομαζόμενη επιστημονική συμβολή του. Έκτοτε ο μαρξισμός συγκροτείται ως παιδαγωγική απο την οποία αποκλείεται η διαλεκτική. Απο αυτή την αξίωση γεννιέται ο ρεβιζιονισμός. Ο Bernstein και ο Kautsky εξεικονίζουν θαυμάσια αυτή την παραμόρφωση του μαρξισμού μέσα στους κόλπους της Β’ Διεθνούς, αλλά η σπουδαιότητα των ρευμάτων που τροφοδοτούν δεν θα μπορούσε να περιοριστεί σε αυτή την ιστορική περίοδο. Ο Bernstein και ο Kautsky εξακολουθούν να επηρεάζουν τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό και μπορούν να θεωρηθούν ως οι κύριοι θεμελιωτές του.
Ο ρεβιζιονισμός γεννιέται απο την παράδοξη κατάσταση της σοσιαλδημοκρατίας και ιδιαίτερα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας κατα τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα: ο ευρωπαικός καπιταλισμός έχει μπει σε ένα στάδιο εξάπλωσης που συνοδεύεται απο μιαν εξασθένιση των κρίσεων του και μια σχετική άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Μετά την συντριβή της παρισινής κομμούνας, βλέπουμε την ανάπτυξη και την αύξηση των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων. Στη Γερμανία η σοσιαλδημοκρατία δρέπει τους καρπούς της προσχώρησής της στο αστικό δημοκρατικό παιχνίδι: 2,1 εκατομμύρια ψήφοι στις εκλογές του 1898, 56 βουλευτές για 27% των ψήφων. Στη Γαλλία, παρόλο ότι κατείγγειλε τον “κυβερνητισμό” ενός Millerand, η σοσιαλδημοκρατία διαβλέπει λίγο-λίγο τη δυνατότητα ενός βαθμιαίου και ειρηνικού περάσματος στον σοσιαλισμό.
Συνειδητοποιώντας την αυξανόμενη αντίφαση ανάμεσα στην παλιά επαναστατική επιχειρηματολογία και την ρεφορμιστική πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας, ο Eduard Bernstein ζητά το 1899 στο Θεωρητικός σοσιαλισμός και πρακτική σοσιαλδημοκρατία από τους αρχηγούς του εργατικού κινήματος να έχουν “το σθένος να φανούν τέτοιοι που πραγματικά είναι, να χειραθετηθούν απο μια φρασεολογία ξεπερασμένη από τα γεγονότα και να δεχτούν να είναι ένα κόμμα σοσιαλιστικών και δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων”. Ο Bernstein επιχειρεί μια τριπλή αναθεώρηση του μαρξισμού, φιλοσοφική, οικονομική και πολιτική και αποπειράται να δώσει μια νέα “ηθική” δικαίωση της πορείας του σοσιαλισμού. Πριν απ’όλα ο Bernstein ξεκόβει από την διαλεκτική: “Ο,τι μεγάλο κατάφεραν ο Marx και ο Engels δεν το πέτυχαν χάρη αλλά παρά την διαλεκτική”. Η διαλεκτική διαδικασία δίνει εδώ τη θέση της σε μια βαθμιαία εξέλιξη και ο Bernstein διασπά την ιστορική ολότητα όπως την συνέλαβε ο Marx: ο σοσιαλισμός δεν πρόκειται να γεννηθεί από την επιδείνωση των αντικειμενικών συνθηκών αλλά απο μια μεταμόρφωση του καπιταλισμού χάρη στη δράση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που εμπνέεται απο ένα ιδεώδες. Η “επιστημονική θεωρία” βλέπει έτσι να της προστίθεται ένα ηθικό συμπλήρωμα. Το προλεταριάτο, ως υποκείμενο που αποτελεί φορέα διεκδικήσεων και αξιών, γίνεται παράγοντας ενσωμάτωσης, σκοπός του οποίου είναι να επεκτείνει προοδευτικά και ειρηνικά σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα τους κοινούς ηθικούς σκοπούς του. Μπροστά στις προσαρμοστικές ικανότητες του καπιταλισμού, που καθιστούν απίθανη κάθε καταστροφική κρίση, o Bernstein αποδίδει μια προοδευτική σοσιαλίζουσα δράση στη συνδικαλιστική και κοινοβουλευτική πάλη. Όντας αληθινή συνηγορία υπέρ της νόμιμης και κοινοβουλευτικής οδού, ο ρεβιζιονισμός του Bernstein κάνει την δημοκρατία μέσο και συνάμα σκοπό: “Είναι μέσο για να εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό και συνάμα μορφή της πραγμάτωσής του” Στην εργατική τάξη αρκεί να έχει το δικαίωμα της καθολικής και ίσης ψήφου για “να έχει κατακτήσει την κοινωνική εκείνη αρχή που συγκροτεί τον θεμελιώδη όρο της ελευθερίας”. Έτσι ο σκοπός του σοσιαλισμού – η κατάληψη της εξουσίας απο το προλεταριάτο – έχει λιγότερη σπουδαιότητα απο το κίνημα, διαμέσου του οποίου το προλεταριάτο προχωρεί στο δρόμο των κοινωνικών κατακτήσεων.
Απέναντι στον Bernstein ο Kautsky εκπροσωπεί, σε μια πρώτη περίοδο, την απάντηση της μαρξιστικής ορθοδοξίας μέσα στους κόλπους της Β’ Διεθνούς. Καμιά αναθεώρηση του μαρξισμού δεν είναι αναγκαία: κείμενα όπως Ο μαρξισμός και ο κριτικός του Bernstein και Η αγροτική πολιτική του σοσιαλιστικού κόμματος αξιώνουν να απαντήσουν σημείο προς σημείο στα επιχειρήματα του Bernstein.
Ωστόσο πολύ γρήγορα ο Kautsky χάνει την επιρροή του και δεν εμφανίζεται πλέον ως ο καθοριστικός θεωρητικός του μαρξισμού: Η Υλιστική αντίληψη της ιστορίας ιδιαίτερα γίνεται αντικείμενο ζωηρών επιθέσεων απο την μεριά του Λένιν και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Όπως και ο Bernstein, o Kautsky δε λογαριάζει την μαρξιστικη διαλεκτική. Αυτή κατά την κρίση του ανάγεται σε εναν πολύ γενικό νόμο εξέλιξης στη φύση όπως και στην ιστορία. Για τον Kautsky υπάρχει ένας κοινός νόμος, στον οποίο υπακούει τόσο η ανθρώπινη εξέλιξη όσο και η ζωική και φυτική, ήτοι ότι “καθε μεταμόρφωση των κοινωνιών καθώς και των ειδών οφείλει να αποδοθεί σε μια μετατροπή του περιβάλλοντος”, γιατί “η ιστορία της ανθρωπότητας δεν εκπροσωπεί παρα μόνο μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στην ιστορία των έμβιων όντων, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους νόμους της έμβιας φύσης”. Μια τέτοια άποψη καταλήγει προφανώς στην άρνηση κάθε διαλεκτικής σχέσης της συνείδησης με το Είναι και της θεωρίας με την πρακτική. Η ενότητα της θεωρίας και της πρακτικής ανάγεται στα διδάγματα που αντλούνται απο τη παρελθούσα ιστορία για την μελλοντική ιστορία. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας έχει εν τέλει ως καθήκον να προσφέρει στους ανθρώπους μιαν επιστημονική γνώση που τους επιτρέπει να “προσανατολιστούν μέσα στον περίγυρο που τους περιβάλλει και τους καταπιέζει”. Δικαίως θεωρήθηκε πως αυτή η άποψη βρίσκεται σε απόλυτη αντίφαση με την μαρξιστική θέση, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα δεν είναι να ερμηνεύσουμε τον κόσμο (παθητικά) αλλά να τον μεταμορφώσουμε (πρακτικά-συνειδητά), και επίσης χαρακτηρίστηκε “ως το άλλο πρόσωπο, η θεωρητική αντανάκλαση και το συστηματικό συμπλήρωμα του ρεβιζιονισμού του Bernstein”.
Καθώς μια τέτοια στάση δεν μπορεί να γεννήσει καμιά επαναστατική πρακτική, ο καουτσκισμός παρουσιάζεται αντίθετα σαν ένα είδος στάσης αναμονής που επαφίεται στις επικείμενες δυνάμεις της ιστορίας. Βέβαια ο Kautsky δεν είναι πεπεισμένος ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να προέλθει προοδευτικά απο μια απλή άθροιση νομότυπων μεταρρυθμίσεων, παύει όμως να πιστεύει στην αναγκαιότητα της επανάστασης. Ισχυρά μαζικά κινήματα θα έπρεπε κατά την κρίση του να είναι έτοιμα για να αφαιρέσουν από τις άρχουσες τάξεις την εξουσία και να την δώσουν στα χέρια μιας πλειοψηφίας των εργατών. Δέχεται λοιπόν ως αξίωμα ότι η άσκηση της δημοκρατίας μπορεί να επιτρέψει στον καπιταλισμό να εξελιχθεί προς μιαν ωρίμανση των συνθηκών του σοσιαλισμού.
Στον Α’ΠΠ η “σωβινιστική” στάση των σοσιαλδημοκρατών, που στη Γαλλία και στη Γερμανία ψηφίζουν υπέρ των πολεμικών δαπανών, αίρει στο εξής κάθε αμφιλογία: η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι πλέον επαναστατικό κίνημα.
http://wp.me/p1jMOV-1S